Αξίες, Συμπεριφορές και Σκοποί Ζωής

Μήνυμα σφάλματος

Deprecated function: The each() function is deprecated. This message will be suppressed on further calls στην menu_set_active_trail() (γραμμή 2385 του /home/ppapinfo/public_html/connecting4caring.gr/includes/menu.inc).

Tab group

Πλήρες άρθρο
 

Αξίες, Συμπεριφορές και Σκοποί Ζωής

 

Αικατερίνη Γκαρή

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια

Κοινωνικής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

   Μεταβείτε σε:

   Αξίες

    Ταξινομήσεις των αξιών

  Διαπολιτισμική μελέτη των αξιών

  Αξίες και θετικά προσανατολισμένες κοινωνικές συμπεριφορές

  Βιβλιογραφικές αναφορές

 

   Το άρθρο σε εκτυπώσιμη μορφή εδώ

 

    Αξίες  

Οι αξίες ορίζονται ως  πεποιθήσεις που αποτελούνται από σαφείς ή υποδηλούμενες συλλήψεις του επιθυμητού, δηλαδή των βαθύτερων επιθυμιών μιας κοινωνίας, καθορίζουν την επιλογή μέσων και προτύπων δράσης και διαδραματίζουν ένα κεντρικό ρόλο στο σύστημα των πεποιθήσεων ατόμων και ομάδων (Kluckhohn, 1951). Λειτουργούν ως καθοδηγητικοί άξονες ή κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση του εαυτού μας και των άλλων, καθώς και για την επιλογή ιδανικών συμπεριφορών στη ζωή, εμπεριέχοντας μια χροιά του «πρέπει, οφείλω να» (Feather, 1994 ∙ Rokeach, 1968, 1973 ∙ Bernard, Maio & Olson, 2003). Περιέχουν γνωστικά στοιχεία, συναισθηματικά στοιχεία και κίνητρα για δράση, ενώ συνδέονται λειτουργικά με τις στάσεις ζωής, τις οποίες εμπνέουν και ενδυναμώνουν, καθώς οι στάσεις αποτελούν συνέχεια των αξιών (Katz, 1960). Ουσιαστικά η αξία είναι μια έννοια ανώτερης τάξης που παρέχει τη δομή πάνω στην οποία θεμελιώνονται ποικίλες στάσεις ζωής (Hogg & Vaughan, 2010). Έτσι, οι αξίες ενός ατόμου μπορούν να μας βοηθήσουν να προβλέψουμε τις στάσεις του σχετικά με γενικότερα κοινωνικά ζητήματα, όπως είναι, για παράδειγμα, η πίστη σε ένα δίκαιο κόσμο (Feather, 1991).

 

Ταξινομήσεις των αξιών

Μια πρώιμη ταξινόμηση διαχώριζε έξι ευρείες κατηγορίες αξιών: «θεωρητικές», «οικονομικές», «κοινωνικές», «πολιτικές», «θρησκευτικές», «αισθητικές», στην προσπάθεια για μια πρώτη μέτρηση των αξιών που κάθε άτομο διαθέτει, αλλά με  διαφορετικές προτεραιότητες σε κάποιες από τις κατηγορίες αυτών των αξιών, σε σχέση με τις υπόλοιπες (Allport, Vernon, & Lindzey, 1951).

Ο Rokeach ταξινόμησε τις αξίες  σε «αξίες βάσης ή συντελεστικές αξίες» που λειτουργούν ως μέσο για την επίτευξη στόχων και σκοπών π.χ. τιμιότητα, υπευθυνότητα, ειλικρίνεια, σεβασμός, συνεργασία, φιλοδοξία, και «αξίες σκοπού ή τερματικές αξίες» που λειτουργούν ως αυτοσκοπός π.χ. ελευθερία, αυτοσεβασμός, ευτυχία (Rokeach, 1968,  1973 ∙ Johnston, 1995).  Έπίσης διακρίνονται οι  ιεραρχικά ανώτερες ή «κεντρικές αξίες» από τις «περιφερειακές αξίες», δηλαδή εκείνες που χαρακτηρίζονται από δέσμευση-αφοσίωση του ατόμου, καθώς έχουν εξαιρετική σημασία για «το εγώ». Συνδέονται  αντίστοιχα με «κεντρικές ή εγωκεντρικές στάσεις», οι οποίες έχουν κεντρικό ρόλο στο σύστημα πεποιθήσεων (belief system) του ατόμου, το οποίο είναι οργανωμένο ιεραρχικά  και  με υψηλή ατομική διαφοροποίηση (Rokeach, 1968, 1973∙ Rokeach & Ball-Rokeach, 1989). Ένδέχεται να είναι «αξίες θετικές», κινητοποιώντας με θετική εκφορά στο λόγο το τι θα πρέπει ή οφείλουμε να κάνουμε, και «αξίες αρνητικές», δηλαδή όσες εκφράζονται με αρνητικό τρόπο παρακινώντας το άτομο σε αποφυγή συμπεριφορών ή στόχων (Rokeach, 1968, 1973).

Μία επιπλέον διάκριση των αξιών τις διαφοροποιεί σε «προσωπικές» και «κοινωνικές αξίες» (Rokeach, 1973, 1979 ∙ Mueller & Wornhoff), όπου οι «προσωπικές αξίες» αφορούν κυρίως στον εαυτό, στις προσωπικές συμπεριφορές & στους προσωπικούς στόχους (π.χ. ζητώ συγνώμη όταν κάνω σφάλματα», «δεν αρνούμαι τα λάθη μου»). Από την άλλη μεριά, οι «κοινωνικές αξίες» αφορούν κυρίως στους άλλους, δηλ. σε στόχους που πραγματώνονται κυρίως μέσα στην ομάδα (π.χ. «σέβομαι  τους άλλους», «προσφέρω βοήθεια σε κάποιον που τη χρειάζεται», «είμαι δίκαιος με τους άλλους». Μολονότι όλες οι αξίες, υπό μία οπτική γωνία, είναι κοινωνικές, η προηγούμενη διαφοροποίηση δίνει σημασία στο γεγονός ότι οι προσωπικές αξίες συντελούν στη διαμόρφωση του προφίλ του ατόμου που συνειδητοποιεί τις αξίες που υπηρετεί και τους αντίστοιχους στόχους και σκοπούς ζωής που αυτές υπαγορεύουν, καθορίζοντας το «προσωπικό νόημα ζωής» (Γιαννουλέας, 2011; Miell & R. Dallos, 2007). Αντίστοιχα, οι κοινωνικές αξίες παρακινούν το άτομο σε θετικά προσανατολισμένες κοινωνικές συμπεριφορές και στην υπηρέτηση στόχων που ευνοούν τη λειτουργία της ομάδας, π.χ. αλληλεγγύη, συναισθηματική στήριξη, συνεργασία, αλτρουϊσμός (Rohan & Zanna, 2001).

 

Διαπολιτισμική μελέτη των αξιών

Η διερεύνηση της ύπαρξης πανανθρώπινων, καθολικών αξιών, απασχόλησε τη διαπολιτισμική ψυχολογική έρευνα συστηματικά, από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα, αναδεικνύοντας σημαντικές διαστάσεις παγκόσμιων αξιών (Segall, Dasen, Berry & Poortinga, 1993 ∙ Vauclair, Hanke, Fischer, & Fontaine, 2011).  Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι κοινωνικοπολιτισμικές διαστάσεις των αξιών του ατομικισμού και της συλλογικότητας που εστιάζουν αξιολογικά, είτε στο άτομο και στην ανάπτυξή του, είτε στην ομάδα και στην εξέλιξή της, αντίστοιχα. Συνδέονται με τις έννοιες της εσω-ομάδας και εξω-ομάδας, δηλαδή «της ομάδας των δικών μας ανθρώπων, στους οποίους έχουμε εμπιστοσύνη και βασιζόμαστε σε δύσκολες καταστάσεις» και της «ομάδας των Αλλων, προς τους οποίους διατηρούμε αρνητικά ή εχθρικά συναισθήματα».  (Georgas, 1989∙ Hofstede, 1980, 1984∙ Πολέμη-Τοδούλου,  Βασιλείου  &  Βασιλείου,  2003  ∙  Polemi-Todoulou,  1981).  Έτσι,  διαφοροποιούνται  οι «ατομικιστικές» από τις  «συλλογικές αξίες». Ως αξίες ατομικιστικές, εστιασμένες στην ανάπτυξη του ατόμου, θεωρούνται η αυτονομία, ο ανταγωνισμός, η έμφαση στην αφθονία και στην ευημερία, η μεγάλη απόσταση από την εσω-ομάδα και η έμφαση στα ατομικά επιτεύγματα. Συνδέονται στενά και αποτελούν συνέχεια με τις «ιδιοκεντρικές στάσεις», δηλαδή στάσεις που τάσσονται υπέρ της σκληρής ατομικής εργασίας, του επιτυχούς αυτοπροσδιορισμού και της ανάπτυξης της προσωπικότητας, της προσωπικής εξέλιξης και επιτυχίας. Από την άλλη μεριά, ως αξίες συλλογικές, εστιασμένες στην εξέλιξη και την προσφορά προς την ομάδα, θεωρούνται το ενδιαφέρον για τους άλλους, η φιλανθρωπία, η καλοσύνη,η συνεργασία, η επικάλυψη ατομικών και ομαδικών στόχων, η δυσπιστία προς την εξω-ομάδα και, αντίστοιχα, η υπακοή στην εσω-ομάδα, η προώθηση της ευτυχίας των ανθρώπων που σχετιζόμαστε. Συνέχεια των συλλογικών αξιών αποτελούν οι «αλλοκεντρικές στάσεις», δηλαδή στάσεις που έχουν ως επίκεντρο την υπέρβαση του εαυτού υπέρ της ομάδας και της φροντίδας των άλλων  (Triandis  1978, 1983, 1988, 1993, 1995 ∙ Triandis, & Vassiliou, 1972).

Στη δυναμική των διεργασιών που αναδύονται  στη ζωή της ομάδας, εντοπίζεται ο βαθμός που το άτομο ενδέχεται να δραστηριοποιείται τόσο θετικά μέσα στην ομάδα ώστε να καταβάλει τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια και να συνεισφέρει στην ομάδα στον υπέρτατο βαθμό εμπνεόμενο από «αξίες κοινωνικής προσπάθειας» («φαινόμενο κοινωνικής προσπάθειας»). Το αντίθετο συνιστά η αδρανής συμπεριφορά ή οκνηρία του ατόμου ως μέλους της ομάδας και η καταβολή της μέγιστης δυνατής προσπάθειας μόνο σε συνθήκες ατομικές ή εκτός της ομάδας  («φαινόμενο κοινωνικής αδράνειας ή οκνηρίας»). Μέσω των «αξιών κοινωνικής προσπάθειας» επισημαίνεται η σημασία τη μέγιστης συνεισφοράς του ατόμου προς την ομάδα στην οποία ανήκει, στην προσπάθεια για την ταυτόχρονη  πραγμάτωση ατομικών και ομαδικών σκοπών (Κοκκινάκη, 2005 ∙ Latane & Nida, 1981 ∙ Latane, Williams, & Harkins, 1979).

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το μοντέλο των 10 παγκόσμιων τύπων αξιών του Schwartz και συνεργατών, σε μια προσπάθεια να συμπεριληφθούν και να μελετηθούν χαρακτηριστικές ατομικιστικές και συλλογικές αξίες αλλά και αξίες που εστιάζουν είτε στη διατήρηση του status quo των πραγμάτων, είτε στην ανοιχτότητα σε αλλαγές (Γεώργας, Χριστακοπούλου, Μυλωνάς, & Schwartz, 1992 ∙ Schwartz 1994 ∙ Schwartz, & Bardi,  2001 ∙ Schwartz, & Bilsky, 1990 ∙ Schwartz, Melech, Lehmann, Burgess, Harris, & Owens, 2001). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αξίες του μοντέλου που εντάσσονται στη διπολική διάσταση «ανοιχτότητα στην αλλαγή» –«συντηρητισμός». Πρόκειται για μία από τους δύο διπολικές διαστάσεις αξιών, στην οποία εντάσσονται από τη μια μεριά αξίες που εστιάζουν στην προσπάθεια του ατόμου να ανοίγει νέους ορίζοντες και να επιφέρει αλλαγές στη ζωή του, και από την άλλη μεριά αξίες διατήρησης των πραγμάτων και των στοιχείων της παράδοσης. Έτσι , στη μία άκρη του συνεχούς των αξιών, προς την κατεύθυνση της ανοιχτότητας στην αλλαγή βρίσκονται οι «αξίες αυτοπροσδιορισμού», όπως είναι η ανεξαρτησία στη σκέψη, η ελευθερία επιλογών και δράσεων, η δημιουργικότητα και η διερευνητικότητα, καθώς και οι «αξίες παρώθησης ή κινητοποίησης για ανταπόκριση σε προκλήσεις», όπως είναι οι αξίες του ενθουσιασμού μπροστά στο νέο και στην καινοτομία, η θετική ανταπόκριση στο ρίσκο και σε κάθε πρόκληση. Στην άλλη άκρη του συνεχούς των αξιών, προς την κατεύθυνση της παράδοσης, βρίσκονται «αξίες ασφάλειας», όπως είναι η σιγουριά, η κοινωνική σταθερότητα, η κοινωνική αρμονία, η σταθερότητα των διαπροσωπικών σχέσεων και του εαυτού,  «αξίες συμμόρφωσης», όπως είναι ο έλεγχος της συμπεριφοράς, ο έλεγχος της απόκλισης, ο έλεγχος των ορμών-ενστίκτων, η αποδοχή των άγραφων κοινωνικών κανόνων, η αποδοχή των κοινωνικών προσδοκιών,  και τέλος, «αξίες παράδοσης», όπως είναι ο σεβασμός στην παράδοση, η δέσμευση-αφοσίωση στις πολιτιστικές παραδόσεις, η αφοσίωση και πίστη στη θρησκεία, η αποδοχή παραδοσιακών συμπεριφορών και ο σεβασμός εθίμων ζωής.

 

Αξίες και θετικά προσανατολισμένες κοινωνικές συμπεριφορές

Η υιοθέτηση κοινωνικών αξιών και συλλογικών αξιών και η συνειδητή υπηρέτησή τους αποτελεί ένα από  τα  πιο  ισχυρά  κίνητρα  για  την  υιοθέτηση  συμπεριφορών  που  συμβάλουν  θετικά  στην  εξέλιξη  της ομάδας. Έιδικότερα, συμβάλει στην υιοθέτηση θετικά προσανατολισμένων κοινωνικών συμπεριφορών και συμπεριφορών αλτρουϊσμού, μέσα στις ομάδες και στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα.

Ως θετικά προσανατολισμένες κοινωνικές συμπεριφορές ορίζονται οι συμπεριφορές που ωφελούν τους άλλους (Staub, 1979) ή συμπεριφορές που ευεργετούν το ίδιο το άτομο, τις ομάδες όπου ανήκει, καθώς και ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα (Pivialin, Dovidio, Gaertner & Clark, 1981). Αν και σε κάποιες μελέτες έχουν χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά οι έννοιες «θετική κοινωνική συμπεριφοριφορά»  και «αλτρουισμός» ως συνώνυμες (Eisenberg & Mussen, 1997), φαίνεται ότι υπάρχει διαφορά που εντοπίζεται έγκειται στο ότι, ενώ η θετική κοινωνική συμπεριφορά αναφέρεται σε εθελοντικές πράξεις με πρόθεση και μοναδικό κριτήριο να ωφεληθούν άλλα άτομα ή ομάδες, η έννοια του αλτρουισμού αφορά σε ένα συγκεκριμένο τύπο θετικής κοινωνικής συμπεριφοράς, δηλαδή, σε εθελοντική πράξη που υποκινείται από εσωτερικά κίνητρα όπως η ενσυναίσθηση, η πίστη σε αξίες, η αυτοεκτίμηση, η αυτεπάρκεια, και όχι από εξωτερικά κίνητρα, όπως είναι η προσωπική ωφέλεια, η αναγνώριση, η ανταπόδοση. Ο αλτρουισμός δηλαδή αφορά σε περιπτώσεις που ο ευεργέτης προσφέρει βοήθεια στους άλλους χωρίς να έχει προσδοκίες  οιασδήποτε μορφής για επιβράβευση. Έπομένως, ενώ οι θετικά προσανατολισμένες κοινωνικές συμπεριφορές στοχεύουν στη βελτίωση της κατάστασης του αποδέκτη, η αλτρουιστική συμπεριφορά κινητοποιείται από ενδογενή κίνητρα αυτού που προσφέρει τη βοήθεια και χαρακτηρίζεται από ενσυναίσθηση (Bierhoff 2002 .   Eisenberg, & Fabes, 1991). Έτσι,  προσφέρεται εθελούσια και κατά προτεραιότητα βοήθεια προς τους άλλους, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε κόστος για τον ίδιο τον ευεργέτη (Batson, Ahmad, Powel, & Stocks, 2008 . Bierhoff, 2002 . Warneken, & Tomasello, 2009). Αυτό σημαίνει, ότι οι θετικά προσανατολισμένες και αλτρουϊστικές συμπεριφορές του ατόμου κινητοποιούνται σημαντικά από την υιοθέτηση και συνειδητή υπηρέτηση αξιών κοινωνικών και συλλογικών.

Η οικογένεια και οι γονεϊκές συμπεριφορές, σε συνδυασμό με τη συμβολή των σημαντικών άλλων εκ μέρους του σχολείου- των εκπαιδευτικών και των συνομηλίκων, φαίνεται να καθορίζουν σε υψηλό βαθμό την υιοθέτηση συλλογικών αξιών και την ανάπτυξη αλτρουιστικής συμπεριφοράς των παιδιών (Krevans & Gibbs, 1996). Από την άλλη μεριά ωστόσο, γονείς, εκπαιδευτικοί και άλλοι επαγγελματίες που ασχολούνται με παιδιά και εφήβους, έχουν την τάση να μεταφέρουν στερεότυπα προς τα παιδιά, διαφοροποιώντας τα σε εκείνα που προσφέρουν τη βοήθεια τους και σ’ εκείνα που επιδεικνύουν συμπεριφορές εγωιστικές και δεν βοηθούν τους άλλους. Για παράδειγμα, διαπιστώνεται η  τάση να θεωρούν ότι τα κορίτσια εμφανίζουν περισσότερο θετικά προσανατολισμένες κοινωνικές συμπεριφορές σε σχέση με τα αγόρια, ότι είναι πιο γενναιόδωρα και βοηθούν περισσότερο τους συνανθρώπους τους. Έπιπλέον, θεωρείται ότι τα παιδιά που εμφανίζουν εντονότερα θετικές κοινωνικές συμπεριφορές είναι πιο ικανά στο να μπαίνουν στη θέση του άλλου, ότι διαθέτουν πλουσιότερο ρεπερτόριο δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων και επομένως, μπορούν να διευκολύνουν σε δύσκολες καταστάσεις στην ομάδα ή σε αμφιλεγόμενες κοινωνικές καταστάσεις (Shigetomi, Hartman & Gelfand, 1981).

Τα προηγούμενα συμπεράσματα ερευνών αποτελούν χρήσιμο κατευθυντήριο άξονα για τον εκπαιδευτικό στην τάξη, προκειμένου να ωθήσει τους μαθητές προς θετικά προσανατολισμένες  κοινωνικές συμπεριφορές και την αναζήτηση «των δικών τους αξιών». Τα ίδια συμπεράσματα μπορούν να φανούν επίσης χρήσιμα σε προγράμματα ψυχοκοινωνικής παρέμβασης σε παιδιά, εφήβους και μετεφήβους, στο σχολικό πλαίσιο. Μορφές θετικής κοινωνικής συμπεριφοράς, όπως ο αλτρουισμός, η βοήθεια προς τους άλλους, η γενναιοδωρία, η αλληλεγγύη,  η  συμπάθεια και  το μοίρασμα  προσωπικών πραγμάτων με άλλους-συμμαθητές και  φίλους ενεργοποιούνται όχι μόνο μέσα από την παροχή από τους εκπαιδευτικούς προτύπων θετικής κοινωνικής συμπεριφοράς, σε συνδυασμό με θετικές ενισχύσεις των επιθυμητών συμπεριφορών,   αλλά και μέσω της έκθεσής τους σε αξίες αλτρουϊσμού, συνεργασίας και προσφοράς προς τους άλλους και προς την ομάδα (Malti, Gummerum & Keller, 2009 . Mares & Woodard, 2005). Η σχέση ενσυναίσθησης και αλτρουισμού φαίνεται να είναι ισχυρή, και μάλιστα, να γίνεται ακόμα ισχυρότερη, στην προεφηβική ηλικία, την εφηβεία και τους ενήλικες (Bar-Tal, 1982).  Αρκετές μελέτες έχουν συνδέσει τα υψηλά επίπεδα ενσυναίσθησης με την θετική κοινωνική συμπεριφορά, την ηθική ανάπτυξη και τις υψηλές κοινωνικές δεξιότητες (Strayer & Roberts, 2004).

Συμπερασματικά, η ευαισθητοποίηση στις αξίες του αλτρουϊσμού, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης στο σχολικό περιβάλλον φαίνεται να αποτελεί σημαντικό στόχο για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των μαθητών, και εντονότερα για την ψυχοκοινωνική και ηθική εξέλιξη των  εφήβων μαθητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έπιπλέον, η ευαισθητοποίηση και εξοικείωση με τις προηγούμενες αξίες μπορεί να συμβάλει στον εμπλουτισμό των κανόνων, αξιολογικών αρχών και συμβόλων κοινωφελούς δράσης σε επίπεδο σχολικής μονάδας (Molnar, & Lindquist, 1988). Σε κοινοτικό πλαίσιο παρέμβασης, για τα προγράμματα κοινωνικής δικτύωσης και κοινωνικής στήριξης, η ευαισθητοποίηση και κατάρτιση στις ίδιες αξίες φαίνεται να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση και κατάρτιση των στελεχών που εφαρμόζουν την παρέμβαση.  Τα προγράμματα βασίζονται ουσιαστικά στις αξίες της αγάπης, του σεβασμού, της φροντίδας και της ασφάλειας προς ευάλωτες ομάδες, στοχεύοντας στην υιοθέτηση και ενίσχυση των αντίστοιχων θετικά προσανατολισμένων κοινωνικών συμπεριφορών εκ μέρους των ατόμων και /ή ομάδων στόχων (Cohen & Wills, 1985 . Kahn & Antonucci, 1980 . Orford, 1997).

Βιβλιογραφικές αναφορές

 

Allport, G.W., Vernon, P.E. & Lindzey, G. (1951). Study of Values: A Scale for measuring the Dominant Interests in Personality. Manual of Directions (revised edition). Houghton-Mifflin Company.

Bernard, M. M. Maio, G. R., & Olson, J. M. (2003). The vulnerability of values to attack: Inoculation of values and value-releavant attitudes. Personality and Social Psychology Bulletin, 29, 63-75.

Bar-Tal, D. Raviv, A. & Leiser, T. (1980). The development of altruistic behaviour: Empirical evidence. Developmental Psychology, 16, 516-524.

Batson, C. D., Ahmad, N., Powel, A. A. & Stocks, E. L. (2008). Prosocial motivation. In J.Y. Shah & W. L. Gardner (Eds)., Handbook of motivation science (pp. 135-149). New York: Guilford. Bierhoff, H. W. (2002). Prosocial Behavior. Psychology Press: New York. Γεώργας, Δ., Χριστακοπούλου, Σ., Μυλωνάς, Κ. & Schwartz, Sh. (1992). Καθολικές αξίες: ελληνική πραγματικότητα. Ψυχολογικά Θέματα, 5(1), 7-25.

Γιαννουλέας, Μ. Π (2011). Συμπεριφορά και διαπροσωπική επικοινωνία στον εργασιακό χώρο. Αθήνα: εκδ. Πεδίο.

Cohen, S. & Wills, T. (1985). Stress, social support and the buffering hypothesis. Psychological Bulletin, 98, 310-357.

Eisenberg,  N.  &  Fabes,  R.  A.  (1991).  Prosocial  behavior  and  empathy:  A  multidimensional development perspective. In M. S. Clark (Ed.), Prosocial behaviour (pp. 34-61). Newbury Park, CA: Sage.

Eisenberg, N. L. & Mussen, P. H. (1997). The roots of prosocial behavior in children. Cambridge: Cambridge University Press.

Feather, N. T. (1991). Human values, global self-esteem, and belief in a just world. Journal of Personality, 59, 83-106.

Feather, N. T. (1994). Attitudes towards high achievers and reactions to their fall: Theory and research toward tall poppies. In L. Berkowitz (ed.),  Advances in Experimental Social Psychology (Vol. 26, pp.1-73). New York: Academic Press.

Gari, A., & Kalantzi-Azizi, A. (1998). The influence of traditional values of education on greek students’ real and ideal self-concepts. Journal of Social Psychology, 138 (1), 5-13.

Gari, A., Mylonas, K., & Karagianni, D. (2005). Political and religious group membership, value priorities and educational values. Journal of Beliefs and Values. Studies in Religion and Education, 26(3), 301-311.

Georgas, J. (1989). Changing family values in Greece: From collectivist to individualist. Journal of Cross-Cultural Psychology, 20, 80-91.

Hogg, M. A. & Vaughan, G. M. (2010). Κοινωνική Ψυχολογία (επιμέλεια Α. Χαντζή). Αθήνα: εκδ. Gutenberg (έκδοση πρωτοτύπου 2008).

Hofstede, G. (1980). Culture’s consequences: International differences in work-related values. Beverly Hills, CA: Sage.

Hofstede, G. (1984). Culture’s consequences: International differences in   work- related values. Newbury Park, CA: Sage.

Johnston, C. S. (1995). The Rokeach Value Survey: Underlying Structure and Multidimensional Scaling.” The Journal of Psychology, 129(5), 583-597.

Kahn, R. & Antonucci, T. (1980). Convoys over the life course: attachments, roles, and social support. In B. Baltes & O. Brim (Eds.), Life-span development and behaviour, Vol. 3. New York: Academic Press.

Katz, D. (1960). The functional approach to the study of attitudes. Public Opinions Quarterly, 24,163 - 204.

Krevans, J. & Gibbs, J. C. (1996). Parents’ use of inductive discipline: Relations to children’s empathy and prosocial behaviour. Child Development, 67, 3263-3277.

Κοκκινάκη, Φ. (2005). Κοινωνική Ψυχολογία: Έισαγωγή στη μελέτη της κοινωνικής συμπεριφοράς. Αθήνα: εκδ. Gutenberg.

Kluckhohn, C. (1951). Values and value orientations in the theory of action. In T. Parsons & E.A. Shields (Eds.), Toward a general theory of action (pp. 388-433). Cambridge, MA: Harvard University Press.

Latané, B. & Nida, S. (1981). Ten years of research on group size and helping. Psychological Bulletin, 89, 308- 324.

Latané, B., Williams, K., & Harkins, S. (1979). Many hands make light the work: Causes and consequences of social loafing. Journal of Personality and Social Psychology, 37, 822-832.

Malti, T., Gummerum, M. & Keller, M. (2009). Children’s moral motivation, sympathy and prosocial behaviour. Child Development, 80, 2, 442-460.

Mares, M. L. & Woodard, E. (2005). Positive effects of television on children’s social interactions: A meta-analysis, Media Psychology, 7(3), 301-322.

Miell & R. Dallos (2008). Διαπροσωπικές σχέσεις: μια συνεχής κοινωνική αλληλεπίδραση (Έπιστημονική επιμέλεια Α. Γκαρή). Αθήνα: Έλληνικά Γράμματα (έκδοση πρωτοτύπου 1996).

Molnar,  A.  &  Lindquist,  B.  (1988).  Changing  problem  behavior  in  schools.  San  Francisco:  Jossey–Bass Publishers.

Mueller, D. J. & Wornhoff, S.A. (1990), Distinguishing personal and social values, Educational and Psychological Measurement, 50, 691–699.

Orford, J. (1997). Community Psychology. Theory and practice. New York: Wiley

Pivialin, J. A., Dovidio, J. F., Gaertner, S. L., & Clark, R. D., III.(1981). Emergency intervention. New York: Academic Press.

Πολέμη-Τοδούλου, Μ., Βασιλείου, Β., & Βασιλείου, Γ. (2003). Η διεργασία ομάδας δια μέσου της πολιτισμικής αλλαγής. Μετάλογος, 4, 82-100.

Polemi-Todoulou, M. (1981). Cooperation and competition in the family and peer group: A study of interdependence in a Greek community. Doctoral Dissertation, Bryn Mawr College.

Rohan, M. & Zanna, M. P. (2001). Values and ideologies.   In A. Tesser & N. Schwartz (Eds.), Intraindividual processes. Blackwell handbook of social psychology (pp469-489). Malden, MA: Blackwel Publishers.

Rokeach, M. (1968).  Beliefs, Attitudes and Values. A theory of organization and change. San Francisco: Jossey- Bass Inc., Publishers.

Rokeach, M. (1973). The nature of human values. New York: Free Press.

Rokeach, M. & Ball-Rokeach, S. J. (1989). Stability and change in American value priorities 1968 - 1981. American Psychologist, 44, 5, 775-784

Segall, M. H., Dasen, P. R., Berry, J. W., & Poortinga, Y. H. (1993). Διαπολιτιστική ψυχολογία. Η μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε παγκόσμιο οικολογικό πολιτιστικό πλαίσιο (Έπιστημονική επιμέλεια Δ. Γεώργας). Αθήνα: Έλληνικά Γράμματα.

Schwartz, S. H. (1994). Beyond individualism/collectivism: New cultural dimensions of values. In U. Kim, H. C. Triandis, C. Kagitcibasi, S. C. Choi, & G. Yoon. (Eds.), Individualism and collectivism: Theory, method, and applications (pp. 85-119). Thousand Oaks, CA: Sage.

Schwartz, S. H. & Bardi, A. (2001). Values hierarchies across cultures. Journal of Cross-Cultural Psychology, 32(3), 268-291.

Schwartz, S. & Bilsky, W. (1990) Toward a theory of the universal content of the structure of values: extentions and cross-cultural replications. Journal of Personality and Social Psychology, 58(5), 878-891.

Schwartz, S., Melech, G., Lehmann, A., Burgess, S., Harris, M., & Owens, V. (2001). Extending the cross-cultural validity of the theory of basic human values with a different method of measurement. Journal of Cross-Cultural Psychology, 32(5), 519-543.

Shigetomi, C. C., Hartman, D. P. & Gelfand, D. M. (1981). Sex differences in children’s altruistic behaviour and reputations for helpfulness. Developmental Psychology, 17, 434-437.

Staub, E. (1979). Positive Social Behavior and Behavior and Morality (Vol. 2). New York: Academic Press.

Strayer, J. & Roberts, W. (2004). Children’s anger, emotional expressiveness, and empathy: Relations with parents’ empathy, emotional expressiveness, and parenting practices. Social Development, 13(2), 229-254.

Triandis, H. (1978). Some universals of social behavior. Personality and Social Psychology Bulletin,4, 1-16.

Triandis, H.C. (1983). Allocentric vs. idiocentric social behavior : A major cultural difference between Hispanics and the Mainstream (ONR Technical Report 16). Campaign : University of Illinois, Department of Psychology.

Triandis, H. C. (1988). Collectivism vs. individualism : A reconceptualization of a basic concept in cross-cultural psychology. In C. Bagley & G.K. Verma (Eds.), Personality, cognition and values : Cross-cultural perspectives of childhood and adolescence. (pp. 60 - 95). London: Macmillan.

Triandis, H. C. (1995). Individualism and Collectivism. Boulder, CO: West View Press.

Triandis, H.C. & Vassiliou, V. (1972). A comparative analysis of subjective culture. In H.C.Triandis, The analysis of subjective culture (pp.299-335). New York: Wiley-Interscience.

Vauclair, C.-M., Hanke, K. Fischer, R., & Fontaine, J. (2011). The structure of human values at the culture level: A meta-analytical replication of Schwartz’s value orientations using the Rokeach Value Survey. Journal of Cross- Cultural Psychology, 42(2), 186-206.

Warneken, F. & Tomasello, M. (2009). The roots of human altruism. British Journal of Psychology, 100, 445-471.